Τέσσερα πρώην βυρσοδεψεία στο παραλιακό μέτωπο των Χανίων μετατρέπονται σε ξενοδοχείο 20 σουιτών, διατηρώντας τον βιομηχανικό τους χαρακτήρα μέσα από μια περιορισμένη παλέτα πέτρας, ξυλείας, μετάλλου και γυαλιού.
Το The Tanneries Hotel & Spa στα Χανιά από την Κωνσταντίνα Σμπόνια στεγάζεται σε τέσσερα συνεχόμενα πρώην βιομηχανικά κτίρια στην ιστορική περιοχή των Ταμπακαριών. Το έργο, συνολικής επιφάνειας 2.500τ.μ., ολοκληρώθηκε το 2021 και μετατρέπει το διατηρητέο συγκρότημα σε ξενοδοχείο, διατηρώντας τη μορφολογία και την υλικότητα των παλιών βυρσοδεψείων.
Αντί να εξαλείψει τα ίχνη της προηγούμενης χρήσης, η επέμβαση αξιοποιεί την υφιστάμενη λιθοδομή, τις αναλογίες των κτιρίων και την άμεση σχέση τους με τη θάλασσα. Οι τέσσερις όγκοι διαβάζονται ως ενιαίο σύνολο, διατηρώντας παράλληλα τις διαφορές που προκύπτουν από την κλίση του εδάφους και την ιστορική τους ανάπτυξη.
Τέσσερα βιομηχανικά κτίρια πάνω στη θάλασσα
Το συγκρότημα βρίσκεται στα Ταμπακαριά, την ιστορική περιοχή βυρσοδεψείων ανατολικά του κέντρου των Χανίων, όπου τα βιομηχανικά κτίρια αναπτύχθηκαν σε άμεση επαφή με το παραλιακό μέτωπο.
Ο σχεδιασμός διατηρεί τους τέσσερις υφιστάμενους όγκους αντί να τους αντικαταστήσει με ένα νέο ενιαίο κτίριο. Προς την πόλη, η νότια όψη παραμένει χαμηλότερη και περισσότερο διακριτική, ενώ προς τη θάλασσα το συγκρότημα αναπτύσσεται σε τρεις στάθμες, ακολουθώντας τη φυσική κλίση του εδάφους.
Η διαφοροποίηση αυτή ενισχύει τη διπλή συνθήκη του έργου: περισσότερο προστατευμένο προς τον αστικό ιστό και σταδιακά περισσότερο ανοιχτό προς το νερό.
Η μετάβαση από την πόλη προς τη θάλασσα γίνεται μέρος της ίδιας της εμπειρίας του ξενοδοχείου, καθώς τα μεγάλα ανοίγματα επιτρέπουν τη διατήρηση της οπτικής επαφής με το παραλιακό τοπίο.
Διατήρηση του βιομηχανικού χαρακτήρα
Η ανακαίνιση βασίζεται στη διατήρηση βασικών στοιχείων των παλιών βυρσοδεψείων και στην προσαρμογή τους στη νέα χρήση.
Οι υφιστάμενες όψεις, οι στέγες και οι δομικές επιφάνειες παραμένουν ευανάγνωστες, ενώ η πέτρα, το σκυρόδεμα, το μέταλλο και η ξυλεία επανέρχονται στη νέα διαμόρφωση.
Η επέμβαση δεν επιχειρεί να ανακατασκευάσει ένα εξιδανικευμένο ιστορικό εσωτερικό. Αντίθετα, οι νέες κατασκευές διατηρούν περισσότερο ουδέτερη και λιτή παρουσία, ώστε η αρχική υλικότητα να παραμένει εμφανής.
Η φυσική πέτρα προσδίδει βάρος και χαρακτηριστική υφή, η ξυλεία εισάγει θερμότερους τόνους, ενώ το μέταλλο και το γυαλί συγκροτούν ένα περισσότερο ακριβές σύγχρονο επίπεδο.
Μπεζ, μαύρο και γκρι διαμορφώνουν μια περιορισμένη χρωματική παλέτα, η οποία ενοποιεί τους διαφορετικούς χώρους χωρίς να μειώνει την ένταση των υφιστάμενων υλικών.
Είκοσι σουίτες μέσα στους υφιστάμενους όγκους
Το συγκρότημα περιλαμβάνει 20 σουίτες, οι οποίες προσαρμόζονται στις διαφορετικές διαστάσεις και γεωμετρίες των παλιών κτιρίων.
Αντί να επαναλαμβάνεται ένας ενιαίος τύπος δωματίου, οι χώροι ακολουθούν τις ιδιαιτερότητες της υφιστάμενης δομής. Η εσωτερική διαμόρφωση παραμένει λιτή, με φυσικά υλικά και κυρίως ουδέτερες αποχρώσεις, ώστε η σχέση με τη θάλασσα να διατηρεί κεντρικό ρόλο.
Τα μεγάλα ανοίγματα εισάγουν φυσικό φως και καδράρουν τη θέα, ενώ η πέτρα, η ξυλεία και το μάρμαρο δημιουργούν συνέχεια ανάμεσα στους χώρους ύπνου, διημέρευσης και λουτρού.
Στα λουτρά, οι μαρμάρινες επιφάνειες διαφοροποιούνται από τον περισσότερο αδρό χαρακτήρα του ιστορικού κελύφους χωρίς να εισάγουν μια ανεξάρτητη σχεδιαστική γλώσσα.
Διαπερατότητα ανάμεσα στην πόλη και τη θάλασσα
Βασικό χαρακτηριστικό της επέμβασης είναι η σταδιακή σύνδεση της αστικής με την παραθαλάσσια πλευρά του συγκροτήματος.
Μεγάλα υαλοστάσια διατηρούν τις θεάσεις προς το νερό και επιτρέπουν στη θάλασσα να παραμένει ορατή ακόμη και από τις περιοχές κυκλοφορίας.
Στους κοινόχρηστους χώρους χρησιμοποιούνται διαφορετικοί βαθμοί διαφάνειας. Στο spa και το γυμναστήριο, οι υαλότουβλοι επιτρέπουν τη διάχυση του φωτός και δημιουργούν ταυτόχρονα ένα περισσότερο προστατευμένο όριο.
Η σχέση εσωτερικού και εξωτερικού δεν οργανώνεται επομένως μέσα από έναν απόλυτο διαχωρισμό, αλλά μέσα από διαδοχικά επίπεδα διαφάνειας και ιδιωτικότητας.
Κοινόχρηστοι χώροι και ευεξία
Το πρόγραμμα περιλαμβάνει, πέρα από τις σουίτες, χώρους υποδοχής, εστιατόριο, spa, γυμναστήριο και θερμαινόμενη εσωτερική πισίνα.
Οι κοινόχρηστες λειτουργίες ακολουθούν την ίδια υλική λογική, αποκτώντας όμως επιμέρους χαρακτηριστικά ανάλογα με τη χρήση τους. Το spa ανοίγεται προς τη θέα της θάλασσας, ενώ το εστιατόριο αναπτύσσεται σε άμεση σχέση με το παραλιακό μέτωπο.
Το παλιό βιομηχανικό συγκρότημα λειτουργεί έτσι ως μια ακολουθία διαφορετικών χώρων και όχι ως ένα ομοιογενές ξενοδοχειακό εσωτερικό.
Παρά τη διαφοροποίηση των χρήσεων, η κοινή παλέτα και η επανάληψη των φυσικών υλικών εξασφαλίζουν τη συνοχή του συνόλου.
Επανάχρηση στα Ταμπακαριά
Το The Tanneries Hotel & Spa οργανώνεται τελικά γύρω από τη διατήρηση της ταυτότητας των τεσσάρων βιομηχανικών κτιρίων και την προσαρμογή τους σε μια νέα χρήση.
Η πέτρινη κατασκευή, η άμεση σχέση με τη θάλασσα και οι διαφορετικές αναλογίες των υφιστάμενων χώρων παραμένουν εμφανείς, ενώ οι σύγχρονες επεμβάσεις εντάσσουν τις τεχνικές και λειτουργικές απαιτήσεις ενός ξενοδοχείου χωρίς να αποκρύπτουν το αρχικό κέλυφος.
Η Κωνσταντίνα Σμπόνια χρησιμοποιεί μια περιορισμένη υλική παλέτα και τη σχέση ανάμεσα στην πόλη και το νερό για να δώσει νέα χρήση στα πρώην βυρσοδεψεία, διατηρώντας τη βιομηχανική τους παρουσία μέσα στην ιστορική περιοχή των Ταμπακαριών.
Το έργο παρουσιάστηκε σε πρώτη έντυπη δημοσίευση στο ek282 | Νοέμβριος 2023, στην ενότητα CITY.








