Στο Ναυτικό Μουσείο της Κανταβρίας στο Santander, ένα νέο εστιατόριο φέρνει ξανά στο προσκήνιο τα παραβολοειδή από σκυρόδεμα της δεκαετίας του 1970, με ξύλινες οροφές και ανοιχτή θέα στον κόλπο.
Στο Ναυτικό Μουσείο της Κανταβρίας, οι Zooco Estudio διαμορφώνουν ένα νέο εστιατόριο και μια υπαίθρια ζώνη σε ένα συγκρότημα από σκυρόδεμα, σχεδιασμένο αρχικά από τους Vicente Roig Forner και Ángel Hernández Morales μεταξύ 1975 και 1978. Η επέμβαση επαναφέρει στο προσκήνιο τις υφιστάμενες παραβολοειδείς κατασκευές, ενώ ταυτόχρονα ανοίγει το εσωτερικό προς τη θέα στον κόλπο του Santander.
Μια προηγούμενη επέκταση, το 2003, είχε μεταβάλει την αρχική σύνθεση με τη διεύρυνση της δυτικής όψης και την προσθήκη πυραμιδοειδούς στέγασης από αλουμίνιο πάνω από τη βεράντα. Η νέα μελέτη αναδιοργανώνει αυτό το τμήμα μέσα από έναν πιο καθαρό όγκο, που αποσαφηνίζει τη γεωμετρία του κτιρίου και αναδεικνύει τον φέροντα οργανισμό από σκυρόδεμα ως κεντρικό στοιχείο της εμπειρίας.

Ανάδειξη της υφιστάμενης κατασκευής
Ο νέος τετράγωνος όγκος προκύπτει από την προσθήκη τεσσάρων τριγωνικών τμημάτων, τα οποία συμπληρώνουν και απλοποιούν τη γεωμετρία των αρχικών παραβολοειδών.
Αντί να καλύπτει την υπάρχουσα κατασκευή, η επέμβαση αφήνει τις αδρές επιφάνειες του σκυροδέματος εκτεθειμένες και τις μετατρέπει στο βασικό στοιχείο του εσωτερικού. Τριγωνικές ξύλινες ψευδοροφές πλαισιώνουν τα παραβολοειδή, δημιουργώντας σαφή αντίθεση ανάμεσα στη βαριά υλικότητα του σκυροδέματος και τη θερμότερη υφή των νέων στοιχείων.


Η σύνθεση βασίζεται έτσι σε περιορισμένες και καθαρές κινήσεις. Το υφιστάμενο σκυρόδεμα, οι ξύλινες επιφάνειες και το διαφανές περίβλημα συνεργάζονται ώστε η αρχική κατασκευή να αποκτήσει μεγαλύτερη οπτική σαφήνεια.

Διαφάνεια προς τον κόλπο
Η εξωτερική περίμετρος διαμορφώνεται ως ένα ιδιαίτερα διαφανές υαλοστάσιο. Τα μεγάλα ανοίγματα επεκτείνουν τη θέα προς τον κόλπο του Santander και περιορίζουν οπτικά το όριο ανάμεσα στην αίθουσα του εστιατορίου και το θαλάσσιο τοπίο.
Υφασμάτινες κουρτίνες ρυθμίζουν τη διαφάνεια ανάλογα με τον προσανατολισμό και τις μεταβολές του φυσικού φωτός. Δημιουργούν ένα ηπιότερο ενδιάμεσο επίπεδο ανάμεσα στο εμφανές σκυρόδεμα και τη γυάλινη όψη, χωρίς να περιορίζουν τη θέα.


Η σχέση με τον ορίζοντα προσδίδει στον χώρο έναν ιδιαίτερα εξωστρεφή χαρακτήρα. Από το εσωτερικό, το συνεχές υαλοπέτασμα δημιουργεί την αίσθηση ότι το εστιατόριο αιωρείται πάνω από τη θάλασσα.

Αντίθεση υλικών και χωρική συνέχεια
Το έργο βασίζεται στην αντίθεση ανάμεσα στο βάρος της υπάρχουσας μπρουταλιστικής κατασκευής και στην ελαφρότητα των νέων στοιχείων. Το σκυρόδεμα διατηρεί τον αδρό χαρακτήρα του, το ξύλο προσθέτει θερμότητα και το γυαλί εξασφαλίζει οπτική συνέχεια προς το εξωτερικό.
Η βεράντα επεκτείνει αυτή την ακολουθία προς τα έξω, ενισχύοντας τη σχέση με τον κόλπο και επιτρέποντας στον χώρο να λειτουργεί ταυτόχρονα ως εστιατόριο και ως υπερυψωμένο σημείο θέασης.


Αντί να επιβάλει μια νέα μορφολογική ταυτότητα στο μουσείο, η επέμβαση αναδεικνύει τις ποιότητες της αρχικής κατασκευής. Η γεωμετρία του σκυροδέματος, το φυσικό φως και το θαλάσσιο τοπίο αποτελούν τα βασικά στοιχεία της νέας χωρικής εμπειρίας.





