Η μαρίνα του Αστέρα ήταν η πρώτη μαρίνα στην Ελλάδα που κατασκευάστηκε αποκλειστικά για τη φιλοξενία τουριστικών σκαφών. Δημιουργήθηκε στη Βουλιαγμένη στις αρχές της δεκαετίας του 1960, σε μια παράκτια περιοχή με ιδιαίτερη φυσική και αρχαιολογική φυσιογνωμία.
Η ανάπλασή της ξεκίνησε το 2013 με δύο βασικούς στόχους. Αρχικά, οι λιμενικές εγκαταστάσεις έπρεπε να ανταποκριθούν στις αυξημένες απαιτήσεις ενός home port για mega και super yachts. Παράλληλα, η χερσαία ζώνη επανασχεδιάστηκε ως προορισμός τουρισμού, αναψυχής, εμπορίου, εστίασης και διοίκησης της μαρίνας.
Οι KSE Studio εκπόνησαν την προμελέτη του master plan της χερσαίας ζώνης. Στη συνέχεια, οι AETER Architects ανέλαβαν την οριστική μελέτη του master plan και την αρχιτεκτονική των νέων κτιρίων. Οι Neiheiser Argyros σχεδίασαν την αρχιτεκτονική τοπίου και τον κοινόχρηστο χώρο.
Τα λιμενικά έργα παραδόθηκαν το 2023. Αντίστοιχα, οι εργασίες στη χερσαία ζώνη ολοκληρώθηκαν τον Μάιο του 2024.

Νέο πρόγραμμα στο θαλάσσιο μέτωπο
Η ανάπλαση αφορά δύο αλληλένδετα πεδία. Το πρώτο περιλαμβάνει την ανακατασκευή και αναβάθμιση των λιμενικών εγκαταστάσεων. Το δεύτερο αφορά την πλήρη αναδιοργάνωση της χερσαίας ζώνης.
Το νέο κτιριολογικό πρόγραμμα αναπτύσσεται σε 4.800τ.μ. κλειστών χώρων. Περιλαμβάνει τουριστικές, εμπορικές και διοικητικές λειτουργίες, καθώς και χώρους εστίασης. Παράλληλα, οι υπαίθριες διαμορφώσεις, οι πεζές διαδρομές και οι κοινόχρηστοι χώροι αποτέλεσαν ισότιμο αντικείμενο σχεδιασμού.
Για να μην καταληφθεί σημαντικό τμήμα του ελεύθερου εδάφους από αυτοκίνητα, δημιουργήθηκε υπόγειος χώρος στάθμευσης 156 θέσεων κάτω από την κεντρική πλατεία. Η ένταξή του σε ένα έντονα επικλινές τμήμα περιορίζει την οπτική παρουσία των οχημάτων.
Έτσι, τα κτίρια, η φύτευση και οι πεζές διαδρομές διατηρούν πιο άμεση σχέση με το νερό. Το νέο πρόγραμμα οργανώνεται γύρω από μια ακολουθία ανοιχτών πλατειών κατά μήκος του κεντρικού κρηπιδώματος.
Κτίρια εμπνευσμένα από τη γλώσσα των σκαφών
Για τους AETER Architects, η μορφολογία και η υλικότητα των σκαφών αποτέλεσαν βασική πηγή έμπνευσης.
Οι όψεις χαρακτηρίζονται από καμπύλες, πτυχωτές και κεκλιμένες επιφάνειες. Κατασκευάζονται από λευκό εμφανές σκυρόδεμα με λεία υφή. Η μεταβαλλόμενη γεωμετρία προσδίδει αίσθηση κίνησης, καθώς τα κτίρια παρατηρούνται από τις προβλήτες και τις πεζές διαδρομές.
Τα υλικά των σύγχρονων yachts επηρέασαν επίσης την επεξεργασία των αρχιτεκτονικών επιφανειών. Το λευκό σκυρόδεμα, τα μεγάλα υαλοστάσια, τα ανακλαστικά τελειώματα και τα σκουρόχρωμα μεταλλικά στοιχεία δημιουργούν αντιθέσεις ανάμεσα στο συμπαγές, το διαφανές και το στιλπνό.
Στη ζώνη εμπορικών καταστημάτων και εστίασης, δύο κεντρικά κτίρια ορίζουν τον σημαντικότερο κοινόχρηστο χώρο κατά μήκος του θαλάσσιου μετώπου. Τα μεγάλα στέγαστρα και οι βεράντες επεκτείνουν τις εσωτερικές λειτουργίες προς το ύπαιθρο.
Βορειοδυτικά, το διώροφο κτίριο διοίκησης και ο πύργος ελέγχου σχηματίζουν μια περισσότερο γλυπτική σύνθεση. Μια ευρεία πορεία οδηγεί στο βατό δώμα, το οποίο λειτουργεί ως υπερυψωμένο σημείο θέασης προς τη μαρίνα και τον Σαρωνικό.
Μικρότερα κτίρια βοηθητικών χρήσεων ολοκληρώνουν το συγκρότημα, ακολουθώντας σε ηπιότερους τόνους το ίδιο αρχιτεκτονικό λεξιλόγιο.

Από τους ιστορικούς χάρτες στον νέο κοινόχρηστο χώρο
Η αρχιτεκτονική τοπίου των Neiheiser Argyros ξεκινά από τη θέση ότι «ο χάρτης είναι το έδαφος». Ιστορικές τοπογραφικές αποτυπώσεις και παλαιοί ναυτικοί χάρτες χρησιμοποιήθηκαν για την ανάκτηση των προηγούμενων ισοϋψών της περιοχής.
Τα ίχνη αυτά καθόρισαν τις βασικές διαδρομές, τα μοτίβα των δαπέδων και τις ζώνες φύτευσης. Επομένως, το τοπίο δεν εφαρμόζεται ως διακοσμητικό επίπεδο γύρω από τα κτίρια. Αντίθετα, λειτουργεί ως συνεχές σύστημα κίνησης και προσανατολισμού.
Συστάδες από φυτεμένες «νησίδες» δημιουργούν ζώνες ανάσχεσης ανάμεσα στην κυκλοφορία των οχημάτων και το θαλάσσιο μέτωπο. Παράλληλα, επεκτείνουν τη βλάστηση της πλαγιάς προς τις χαμηλότερες προβλήτες.
Τα δάπεδα ενσωματώνουν ανομοιόμορφα θραύσματα μαρμάρου από κοντινά λατομεία. Οι διαφορές στην κλίμακα, τη γεωμετρία και τους χρωματισμούς αναδεικνύουν τον επιτόπιο και χειρωνακτικό χαρακτήρα της κατασκευής.
Η τοποθέτηση των κτιρίων ορίζει μια σειρά από ανοιχτές πλατείες που συντονίζονται με τη φύτευση και τη θάλασσα. Στην εμπορική ζώνη, τα δύο βασικά κτίρια πλαισιώνουν τον σημαντικότερο κοινόχρηστο χώρο της μαρίνας.
Βιοκλιματικές στρατηγικές και φυτεμένα δώματα
Στα κτίρια εφαρμόζονται διαφορετικές στρατηγικές με στόχο τον περιορισμό της ενεργειακής κατανάλωσης. Τα υαλοστάσια αξιοποιούν τα παθητικά ηλιακά κέρδη κατά τη χειμερινή περίοδο.
Το καλοκαίρι, βαθιά στέγαστρα, προεξοχές και περσίδες προστατεύουν τους εσωτερικούς χώρους από την άμεση ηλιακή ακτινοβολία. Παράλληλα, εκτεταμένες επιφάνειες φυτεμένων δωμάτων συνεχίζουν το τοπίο πάνω από τα κτίρια.
Με αυτόν τον τρόπο, η αρχιτεκτονική και η φύτευση γίνονται αντιληπτές ως αλληλένδετα επίπεδα. Τα δώματα συνδέουν οπτικά τους κτιριακούς όγκους με τη βλάστηση της χερσονήσου.
Ο τεχνητός φωτισμός ανταποκρίνεται στη συνύπαρξη πολλών διαφορετικών χρήσεων. Αναδεικνύει την ταυτότητα και την ιεράρχηση των επιμέρους κτιρίων, ενώ ταυτόχρονα ενοποιεί τις πλατείες, τα στεγασμένα περάσματα και τις παραλιακές διαδρομές.

Ένα σύγχρονο τοπίο εκμοντερνισμού
Η ανάπλαση της Astir Marina συνεχίζει μια μακρά ελληνική παράδοση, στην οποία η αρχιτεκτονική καλείται να διαχειριστεί την ανάπτυξη του τουρισμού μέσα σε τοπία ιδιαίτερης φυσικής, ιστορικής και πολιτισμικής αξίας.
Στη συγκεκριμένη περίπτωση, ο σχεδιασμός δεν περιορίζεται στην παραγωγή μεμονωμένων κτιρίων. Η προμελέτη των KSE Studio, η οριστική μελέτη και η αρχιτεκτονική των AETER Architects, καθώς και ο κοινόχρηστος χώρος των Neiheiser Argyros λειτουργούν ως διακριτά αλλά αλληλένδετα επίπεδα.
Το έργο κινείται ανάμεσα σε δύο συνθήκες. Από τη μία βρίσκεται το τοπικό και το «ήδη εκεί». Από την άλλη, το διεθνές πρόγραμμα που εισάγει η μαρίνα.
Η αρχιτεκτονική του σημασία εντοπίζεται στον τρόπο με τον οποίο διαπραγματεύεται αυτές τις δύο δυνάμεις. Η ισορροπία ανάμεσα στην προστασία και την τουριστική ανάπτυξη δεν είναι αυτονόητη. Παραμένει, ωστόσο, κρίσιμο πεδίο για την εξέλιξη της σύγχρονης ελληνικής αρχιτεκτονικής.
Το έργο παρουσιάστηκε σε πρώτη έντυπη δημοσίευση στο Τεύχος ek: 290 | Σεπτέμβριος 2024, μηνιαία έκδοση των ek Architectural Publications.





