Οι Mold Architects ιδρύθηκαν το 2011 από την Ηλιάνα Κερεστετζή, αρχιτέκτονα με σπουδές στην Αθήνα και τη Νέα Υόρκη. Με έδρα στην Αθήνα και τη Σέριφο, το πολυβραβευμένο γραφείο δραστηριοποιείται σε όλο το φάσμα του σχεδιασμού, χωρίς να περιορίζεται στην αρχιτεκτονική κτιρίων. Ανεξάρτητα από την κλίμακα ή το πρόγραμμα, τα έργα του διατηρούν την ίδια ερευνητική διάθεση και επιδιώκουν σαφείς, στοχευμένες απαντήσεις.
Σ.Μ.: Ανήκετε στα νέα αρχιτεκτονικά γραφεία που κατάφεραν να αναδειχθούν μέσα στην οικονομική κρίση, διατηρώντας την έδρα σας στη Σέριφο και ένα δεύτερο γραφείο στην Αθήνα. Πώς διαχειριστήκατε αυτή τη συνθήκη και πώς την αξιοποιούσατε σχεδόν μία δεκαετία αργότερα;
Η.Κ.: Το 2013 είχα την τύχη να υλοποιήσω το πρώτο μου έργο, μια εξοχική κατοικία στη Σέριφο. Στα χρόνια που ακολούθησαν, οι προτάσεις που δεχόμασταν αφορούσαν κυρίως μελέτες για off-plan πωλήσεις ακινήτων.
Το συγκεκριμένο μοντέλο τελικά δεν απέδωσε και τα περισσότερα από αυτά τα έργα δεν υλοποιήθηκαν. Παρ’ όλα αυτά, μέσα σε μια πολύ δύσκολη περίοδο, είχαμε τη δυνατότητα να κάνουμε αρχιτεκτονική, να εξελισσόμαστε και να εμβαθύνουμε στο αντικείμενο της μελέτης μας. Διαμορφώσαμε σαφή κατεύθυνση και συνειδητή στάση απέναντι στην επιλογή των έργων, σε μια εποχή όπου, στην πραγματικότητα, δεν υπήρχε η πολυτέλεια της επιλογής.
Με υπομονή και αισιοδοξία ξεπεράσαμε αυτόν τον σκόπελο. Αρκετό καιρό αργότερα, ετοιμαζόμαστε να δούμε πολλά ακόμη έργα μας να υλοποιούνται.

Σ.Μ.: Ο αρχιτεκτονικός σχεδιασμός της παραθεριστικής κατοικίας καλείται να συμβιβάσει τις προδιαγραφές της «αυθεντικότητας» και της σύνδεσης με έναν συγκεκριμένο «τόπο» με την επιθυμία των κατοίκων για ανέσεις που αντιστοιχούν σε έναν διαφορετικό τρόπο ζωής. Πώς διατηρείτε αυτή την ισορροπία στα έργα σας;
Η.Κ.: Καταλαβαίνω τα εισαγωγικά στη λέξη «αυθεντικότητα» και υποθέτω ότι αναφέρεστε σε μια αρχιτεκτονική που αρέσκεται να αναπαράγει «παραδοσιακές» δομές, υλικά και κατασκευαστικές τεχνικές. Με αυτόν τον τρόπο επιχειρεί να προσεγγίσει την ιδέα του παλιού, του αγνού και του παραδοσιακού, η οποία αποτελεί βεβαίως ένα δοκιμασμένο τουριστικό προϊόν.
Το εγχείρημα, ωστόσο, είναι σαφώς δυσκολότερο από μια άκριτη αναπαραγωγή. Ανήκουμε στο σήμερα, με ό,τι αυτό συνεπάγεται —τις ολοένα πιο σύνθετες ανάγκες, αλλά και τα διαρκώς εξελισσόμενα εργαλεία και μέσα— και δεν νοσταλγούμε το παρελθόν.
Ανήκουμε, όμως, και στον τόπο. Είτε μέσα από τη γεωμορφολογία είτε μέσα από την ιστορία του, αποτελεί το σημείο εκκίνησης της σκέψης μας, το αντικείμενο της ανάλυσης και τη δεξαμενή από όπου αντλούμε τις ιδέες μας. Ιδέες απλές και καθαρές, με λόγο και ουσία, ικανές να πλέξουν το νήμα που μας συνδέει μαζί του, με το παρελθόν, το παρόν και το μέλλον του.

Σ.Μ.: Έχοντας επεξεργαστεί πολλά έργα μικρής κλίμακας, πώς διαχειριστήκατε τη μετάβαση σε μεγάλες ξενοδοχειακές μονάδες; Τι μπορεί να διατηρηθεί και τι χάνεται από τη δική σας αρχιτεκτονική προσέγγιση όταν αλλάζει η κλίμακα;
Η.Κ.: Η προσέγγισή μας στην αρχιτεκτονική ασφαλώς δεν επηρεάζεται από το μέγεθος του έργου. Ωστόσο, τα επιμέρους ζητούμενα μπορεί να διαφοροποιούνται.
Ένα θέμα που δεν αντιμετωπίζουμε σε μια κατοικία είναι η χωροθέτηση των εκτεταμένων υποστηρικτικών λειτουργιών. Αυτές πρέπει να οργανώνονται χωρίς να διαταράσσουν την αμεσότητα της σχέσης ανάμεσα στον χρήστη και το τοπίο που επιδιώκουμε. Πρόκειται για μια μηχανή σε διαρκή κίνηση, η οποία οφείλει να λειτουργεί αθόρυβα, παρέχοντας όλες τις απαραίτητες υπηρεσίες.
Ένα ακόμη ζητούμενο είναι η εύρεση τρόπων για την εισαγωγή της έννοιας της μικρής κλίμακας στη μεγαλύτερη. Αυτό μπορεί να επιτευχθεί με την ελαχιστοποίηση του κτιριακού αποτυπώματος. Εναλλακτικά, ο σχεδιασμός μπορεί να αποτρέπει τη συνολική αντίληψη του όγκου του κτιρίου από τα επιμέρους τμήματά του.
Όταν διακόπτεται η συνεχής οπτική επαφή, η κλίμακα αυτομάτως μικραίνει. Έτσι, η αρχιτεκτονική γίνεται πιο προσιτή και ανθρώπινη.
Διαβάστε την πλήρη συνέντευξη στο Τεύχος ek: 247 | Μάιος 2020.





