Νέες συνδέσεις
Η Πλατεία Ελευθερίας βρίσκεται δίπλα στα ενετικά τείχη και την αποξηραμένη τάφρο που περιβάλλει τη Λευκωσία. Τα χαρακτηριστικά αμυντικά τείχη, που χτίστηκαν κατά τον Μεσαίωνα και επισκευάστηκαν εκτεταμένα από τους Βενετούς τον 16ο αιώνα, οριοθετούν το αρχαιότερο τμήμα της πρωτεύουσας, διαχωρίζοντας την παλιά πόλη από τις νεότερες συνοικίες εκτός των τειχών.
Στρατηγική αστικού σχεδιασμού
Η μετατροπή της πλατείας σε βασικό χώρο συνάθροισης της πόλης στηρίζεται στη δημιουργία νέων συνδέσεων που συμβάλλουν στην ενοποίηση της διχοτομημένης πρωτεύουσας. Ο σχεδιασμός διασφαλίζει ανεμπόδιστες οπτικές φυγές προς τα ιστορικά τείχη, καθιστώντας τα αναπόσπαστο στοιχείο της ταυτότητας της Λευκωσίας, ενώ παράλληλα ανοίγει την τάφρο σε δημόσιες χρήσεις, επιτρέποντας τη φιλοξενία φεστιβάλ και υπαίθριων εκδηλώσεων.
Η μελέτη ανασηκώνει το επίπεδο της τάφρου, δημιουργώντας μια γέφυρα που συνδέεται οργανικά με τον γύρω αστικό ιστό και συγκροτεί μια νέα πλατεία στην καρδιά της πόλης. Στο πλαίσιο αυτό πραγματοποιήθηκαν εκτεταμένες αρχαιολογικές ανασκαφές καθώς και εργασίες συντήρησης και προστασίας των ιστορικών ενετικών τειχών. Το έργο περιλαμβάνει επίσης τη δημιουργία δύο καφέ στον χώρο της πλατείας και την κατασκευή ενός νέου υπόγειου χώρου στάθμευσης με πρόσβαση από τη Λεωφόρο Ομήρου.

Στοιχεία σύνδεσης
Σκάλες και ανελκυστήρες συνδέουν άμεσα την πλατεία με τον τερματικό σταθμό λεωφορείων της Πλατείας Σολωμού, ενισχύοντας τη λειτουργικότητα και τη διαπερατότητα της περιοχής. Ο μετασχηματισμός των μέχρι πρότινος απρόσιτων περιοχών στο εσωτερικό της τάφρου σε πλατείες, κήπους και διαδρομές περιπάτου κάτω από φοίνικες δημιουργεί μια νέα “πράσινη ζώνη” γύρω από την πόλη.
Η ζώνη αυτή έχει τη δυνατότητα να επεκταθεί κατά μήκος των τειχών, σχηματίζοντας ένα συνεχές δίκτυο δημόσιων χώρων που περικυκλώνει τη Λευκωσία και επανασυνδέει τις κοινότητες της διχοτομημένης πρωτεύουσας. Η πλατεία λειτουργεί έτσι ως καταλύτης για την ενεργοποίηση του δημόσιου χώρου, προσφέροντας νέες δυνατότητες κοινωνικής συνύπαρξης και αστικής ζωής.

Υλικότητα & φωτισμός
Στο πλαίσιο της μετατροπής της τάφρου σε αστικό πάρκο, οι ρευστές γεωμετρίες της σύνθεσης προκύπτουν από τον τριγωνισμό των ακανόνιστων σχημάτων του περιτειχίσματος. Τα σημεία έντασης που δημιουργούνται μετατρέπονται σε καθιστικά, παρτέρια ή στοιχεία νερού, διαμορφώνοντας ένα δυναμικό αστικό τοπίο. Η δαπεδόστρωση με γρανίτη αποδίδει μια αίσθηση διαχρονικής στιβαρότητας, ενώ οι ανοιχτοί αρμοί ανάμεσα στις πλάκες λειτουργούν ως παθητικό σύστημα απορροής των ομβρίων υδάτων. Τα νέα δέντρα που φυτεύτηκαν συμβάλλουν στη φυσική ρύθμιση της στάθμης του νερού, περιορίζοντας τη διάβρωση των θεμελίων των μεσαιωνικών τειχών.
Η γέφυρα του άνω επιπέδου και οι στηρίξεις της κατασκευάζονται από γλυπτικές μορφές σκυροδέματος που εξασφαλίζουν αντισεισμική επάρκεια, ενώ οι βάσεις των υποστυλωμάτων διαμορφώνονται ως πάγκοι καθιστικού. Με τη μεταμόρφωση αυτή, η Πλατεία Ελευθερίας αναδεικνύεται στον μεγαλύτερο αστικό δημόσιο χώρο της Λευκωσίας. Γεφυρώνοντας τα ενετικά τείχη και την τάφρο, η νέα πλατεία λειτουργεί ως σημαντική πύλη εισόδου στην παλιά πόλη, ενώ το υπόγειο πάρκινγκ απομακρύνει την κυκλοφορία των αυτοκινήτων από το ιστορικό κέντρο, διευκολύνοντας τη μελλοντική πεζοδρόμησή του. Έτσι, το έργο εμπλουτίζει το αστικό τοπίο της ιστορικής συνοικίας, δημιουργώντας ταυτόχρονα νέους δημόσιους κήπους και χώρους συνάντησης για τους κατοίκους και τους επισκέπτες της πόλης.
Τέλος, ο σχεδιασμός φωτισμού ενισχύει τη ρευστή γεωμετρία της πλατείας και λειτουργεί ως εργαλείο χωρικής καθοδήγησης κατά τις βραδινές ώρες. Γραμμικά φωτιστικά στοιχεία ενσωματώνονται διακριτικά στα περιγράμματα των καμπύλων επιφανειών και των γεφυρών, υπογραμμίζοντας τη δυναμική μορφολογία της σύνθεσης και καθιστώντας τη δομή ευανάγνωστη στο αστικό τοπίο. Παράλληλα, διάσπαρτα φωτιστικά σώματα χαμηλής έντασης ενσωματώνονται στη δαπεδόστρωση της πλατείας, δημιουργώντας ένα λεπτό “πεδίο φωτός” που ακολουθεί τη γεωμετρία των διαδρομών και των σημείων στάσης. Η προσέγγιση αυτή αναδεικνύει την πλαστικότητα των επιφανειών σκυροδέματος, ενισχύει την αίσθηση ασφάλειας και μετατρέπει τον δημόσιο χώρο σε ένα “νυχτερινό τοπίο”, όπου το φως λειτουργεί τόσο λειτουργικά όσο και ατμοσφαιρικά.






