Στην οδό Ερμού, ένα ζευγάρι νεοκλασικών του 19ου αιώνα, άλλοτε κατοικία του αρχαιολόγου Κυριάκου Πιττάκη, αναστηλώθηκε μετά από πυρκαγιά για να φιλοξενήσει έναν πολυχώρο εστίασης σε πέντε επίπεδα.
Στο ιστορικό κέντρο της Αθήνας, οι XCollective αποκατέστησαν ένα δίδυμο νεοκλασικών του 19ου αιώνα, που άλλοτε υπήρξε η οικία του αρχαιολόγου Κυριάκου Πιττάκη. Μετά την πυρκαγιά του 2019, τα κτίρια στέγασαν το Liystor, ένα σύγχρονο γαστρονομικό project.
Ο σχεδιασμός και η αποκατάσταση, που διήρκεσαν δύο έτη, αναμετρήθηκαν τόσο με την ιστορική αξία του κτιρίου όσο και με τις εκτεταμένες φθορές του εσωτερικού του. Οι επεμβάσεις στόχευσαν στη διατήρηση της ιστορικότητας και στην ανάδειξη της αρχιτεκτονικής της εποχής, με την ατμόσφαιρα να αναβιώνει μέσα από την επαναφορά των ιδιαίτερων αρχιτεκτονικών στοιχείων σε συνδυασμό με σύγχρονες προτάσεις.

Αποκατάσταση του ιστορικού κελύφους
Οι θέσεις των δύο εισόδων του κτιρίου, στις οδούς Ερμού και Πιττάκη, διατηρήθηκαν. Οι όψεις ανακατασκευάστηκαν, ενώ όσα στοιχεία διασώζονταν με περιορισμένες φθορές διατηρήθηκαν και αποκαταστάθηκαν.


Ανακατασκευάστηκε επίσης η ξύλινη κλίμακα, κεντρικός άξονας της κατακόρυφης αφήγησης στα πέντε επίπεδα του κτιρίου, κίνηση που ενισχύεται από τον φωτισμό.
Ο νέος μεταλλικός σκελετός προέκυψε ως κατασκευαστική απαίτηση και τελικά ενσωματώθηκε στην αρχιτεκτονική πρόταση του εσωτερικού.

Ένα υπόγειο μύησης
Στο υπόγειο, οι επιλογές των υφών, των υλικών και του φωτισμού συνθέτουν μια έντονη αίσθηση μύησης. Αποκαλύφθηκε τοπικά η προηγουμένως κρυμμένη λιθοδομή, με την πέτρα να είναι πλέον εμφανής στις εμβληματικές αψίδες του χώρου, ενώ οι υπόλοιπες τοιχοποιίες επιχρίστηκαν με τελείωμα αδρού σοβά και το δάπεδο διαστρώθηκε με τσιμεντοπλακίδια.
Ειδικά σχεδιασμένες κατασκευές από μέταλλο και ξύλο, προσεκτικά επιλεγμένα έπιπλα και μελετημένος φωτισμός ενισχύουν τον μυσταγωγικό χαρακτήρα της ατμόσφαιρας.

Ταυτόχρονα, αναδεικνύεται το ρωμαϊκό λουτρό που ανακαλύφθηκε κατά τη διάρκεια της κατασκευής. Καθώς ο χώρος σχεδιάστηκε ενιαία, φιλοξενεί διαφορετικές χρήσεις, ενώ η οπτική συνέχεια διασφαλίζεται από τα τοξωτά ανοιγόμενα και σταθερά υαλοπετάσματα που λειτουργούν ως χωρίσματα.



Το ισόγειο και η αυλή
Στο ισόγειο, τα ευμεγέθη ανοίγματα σε συνδυασμό με τις δύο εισόδους επιτρέπουν την οπτική επικοινωνία και ενισχύουν τη σχέση του εσωτερικού με το αστικό περιβάλλον. Η κεντρική σάλα διαμορφώνεται γύρω από τις δύο διασωσμένες μαρμάρινες κολόνες, που δίνουν έμφαση στο ύψος του χώρου.


Το ενιαίο ξύλινο δάπεδο διακόπτεται από περιοχές με τσιμεντοπλακίδια που οργανώνουν την τελική διαρρύθμιση. Ο σχεδιασμός δίνει έμφαση στο bar, που συντίθεται από μια παλέτα ειδικά επιλεγμένων υλικών ώστε να επιτευχθεί μια κομψή κατασκευή χωρίς να χαθεί η ζεστασιά του χώρου.

Τέλος, η αυλή, με πρόσβαση από την οδό Πιττάκη, αναπνέει ανάμεσα στις εσωτερικές όψεις, προστατευμένη από την αστική κίνηση, διατηρώντας την ατμόσφαιρα της παλιάς κατοικίας. Χυτά δάπεδα διακοσμημένα με μάρμαρο Διονύσου και Τήνου σε διαφορετικές γεωμετρίες συνθέτουν έναν χώρο όπου το φως εισέρχεται καθ’ όλη τη διάρκεια της ημέρας.

Το έργο παρουσιάστηκε σε πρώτη έντυπη δημοσίευση στο ek304 | Ιανουάριος-Φεβρουάριος 2026.





