Ένα δημόσιο κτίριο της δεκαετίας του 1960 στο κέντρο της Αθήνας μετατρέπεται σε boutique hotel 24 δωματίων, με νέα φυτεμένη όψη, ένα ανοιχτό προς την πόλη ισόγειο και χώρους διαμονής οργανωμένους γύρω από ελληνικά υλικά και ήπιους φυσικούς τόνους.
Το The Social Athens Hotel από τους OOAK Architects προκύπτει από τη συνολική μετατροπή ενός δημόσιου κτιρίου της δεκαετίας του 1960 σε boutique hotel 24 δωματίων. Το έργο, συνολικής επιφάνειας 1.370τ.μ., αναπτύσσεται σε οκτώ επίπεδα και συνδυάζει τη διαμονή με χώρους εστίασης, υποδοχής και άσκησης, επαναπροσδιορίζοντας παράλληλα τη σχέση του κτιρίου με την πόλη.
Η επέμβαση διαμορφώνει δύο διαφορετικές συνθήκες. Στο επίπεδο του δρόμου, το ξενοδοχείο ανοίγεται στη δημόσια ζωή μέσα από το εστιατόριο και την υφιστάμενη στοά. Στους ορόφους, τα δωμάτια αποκτούν περισσότερο ιδιωτικό χαρακτήρα, πίσω από μια νέα λευκή όψη όπου οι κυματισμοί, η φύτευση και οι μεταβολές του φωτός συγκροτούν τη νέα ταυτότητα του κτιρίου.


Μια νέα όψη προς την πόλη
Η υφιστάμενη κατασκευή αποκτά μια εντελώς νέα εξωτερική εικόνα.
Η λευκή όψη οργανώνεται μέσα από επαναλαμβανόμενους κυματισμούς, των οποίων η αντίληψη μεταβάλλεται ανάλογα με το φυσικό φως και τη σκιά. Οι αναφορές στην κλασική ελληνική αρχιτεκτονική παραμένουν αφαιρετικές και αποδίδονται μέσα από την επανάληψη, το βάθος και τη σχέση φωτεινών και σκιασμένων επιφανειών.
Στη θέση των τυπικών προεξέχοντων αθηναϊκών μπαλκονιών, η φύτευση ενσωματώνεται στην όψη και δημιουργεί ένα ενδιάμεσο φίλτρο ανάμεσα στα δωμάτια και τον δρόμο. Η βλάστηση ενισχύει την ιδιωτικότητα και μετριάζει την άμεση σχέση των εσωτερικών χώρων με το πυκνό αστικό περιβάλλον.
Η όψη αποκτά έτσι βάθος και μεταβλητότητα χωρίς να βασίζεται στη συμβατική επανάληψη εξωστών.

Άνοιγμα του ισογείου στην πόλη
Στο επίπεδο του δρόμου, ο σχεδιασμός επιδιώκει έναν περισσότερο δημόσιο χαρακτήρα.
Το bar-εστιατόριο εντάσσεται στο ισόγειο ως σημείο συνάντησης τόσο για τους επισκέπτες του ξενοδοχείου όσο και για τους κατοίκους της πόλης. Η λειτουργία του επεκτείνεται προς τον δημόσιο χώρο της στοάς, διατηρώντας τη συνέχεια ανάμεσα στο εσωτερικό και το εξωτερικό.
Ο φωτισμός ενισχύει αυτή τη σχέση, ενώ η είσοδος της reception παραμένει ανεξάρτητη και περισσότερο προστατευμένη. Με αυτόν τον τρόπο, οι δύο λειτουργίες συνυπάρχουν χωρίς το εστιατόριο να αντιμετωπίζεται απλώς ως προέκταση του lobby.
Οι εξωτερικές κολόνες της στοάς επενδύονται με καθρέφτη, πολλαπλασιάζοντας τις αντανακλάσεις του δρόμου και υπογραμμίζοντας τον δημόσιο χαρακτήρα της βάσης του κτιρίου.

Μικρή reception σε διπλό ύψος
Ο χώρος υποδοχής παραμένει σκόπιμα περιορισμένος σε επιφάνεια, αξιοποιώντας όμως το διπλό ύψος του.
Οι καθρέφτες διευρύνουν οπτικά τον χώρο, ενώ η έντονη χρωματική παλέτα τον διαφοροποιεί τόσο από την εξωτερική όψη όσο και από τους ορόφους διαμονής. Κόκκινο μάρμαρο χρησιμοποιείται στο δάπεδο και τη σκάλα, ενώ το έπιπλο της reception σε μπλε κοβαλτίου γίνεται το βασικό χρωματικό σημείο αναφοράς.
Η ένταση των υλικών και των χρωμάτων συνδέει τον χώρο υποδοχής με την κίνηση του κέντρου της Αθήνας.
Στους ορόφους των δωματίων, αντίθετα, η σχεδιαστική γλώσσα αλλάζει αισθητά.


Ηπιότερη υλικότητα στα δωμάτια
Οι έξι όροφοι διαμονής περιλαμβάνουν δωμάτια και σουίτες διαφορετικών τυπολογιών, τα οποία ακολουθούν μια κοινή υλική λογική.
Η περισσότερο έντονη ατμόσφαιρα του ισογείου δίνει τη θέση της σε ήπιους φυσικούς τόνους και υλικά ελληνικής προέλευσης. Πετρώματα και υφάσματα εισάγουν χαρακτηριστικές υφές, ενώ ειδικά σχεδιασμένα στοιχεία συγκεντρώνουν περισσότερες από μία λειτουργίες μέσα στα δωμάτια.
Τα μαρμάρινα κεφαλάρια μετατρέπουν ένα συνήθως διακοσμητικό στοιχείο σε αρχιτεκτονική επιφάνεια, ενώ οι χτιστοί καναπέδες μπορούν να χρησιμοποιηθούν και ως γραφεία.
Η διαφοροποίηση αυτή δημιουργεί σαφή μετάβαση ανάμεσα στον εξωστρεφή χαρακτήρα των χαμηλότερων επιπέδων και το περισσότερο ήσυχο περιβάλλον των χώρων διαμονής.

Από τον δημόσιο χώρο στην ιδιωτικότητα
Το πρόγραμμα του ξενοδοχείου αναπτύσσεται καθ’ ύψος σύμφωνα με διαφορετικούς βαθμούς δημόσιας και ιδιωτικής χρήσης.
Το ισόγειο και ο ημιώροφος φιλοξενούν το bar-εστιατόριο, τον χώρο πρωινού και τη reception. Στους έξι επάνω ορόφους οργανώνονται τα δωμάτια, ενώ στο ανώτερο επίπεδο βρίσκεται το γυμναστήριο, με ανοιχτή θέα προς τον Λυκαβηττό και το κέντρο της Αθήνας.
Οι OOAK Architects επαναπροσδιορίζουν έτσι ένα κτίριο της δεκαετίας του 1960 όχι μόνο μέσα από την ανακαίνισή του, αλλά κυρίως μέσα από τη νέα σχέση που αποκτά με τον αστικό χώρο. Η όψη επανατοποθετεί το κτίριο στο τοπίο της πόλης, το ισόγειο επεκτείνεται προς τη στοά και οι όροφοι διαμονής διαμορφώνουν ένα περισσότερο προστατευμένο εσωτερικό πίσω από την εξωστρεφή όψη.
Το έργο παρουσιάστηκε σε πρώτη έντυπη δημοσίευση στο ek277 | Μάιος 2023.





