Σχεδιάζοντας για την τρίτη ηλικία
Τα τελευταία χρόνια αρκετοί σπουδαστές αρχιτεκτονικής του ΕΜΠ επιλέγουν διαφορετικά από τα παραδοσιακά εδώ και δεκαετίες κτιριακά θέματα για την εκπόνηση των διπλωματικών τους εργασιών (πολιτιστικά κέντρα, μουσεία, κα). Αφενός παρατηρείται ένα ιδιαίτερο ενδιαφέρον για θέματα τοπιακού σχεδιασμού και την αρχιτεκτονική υπαίθριων δημοσίων χώρων της πόλης, αφετέρου ένας προβληματισμός γύρω από τον τρόπο που η αρχιτεκτονική απαντά σε κατηγορίες χρηστών με ιδιαίτερες ανάγκες και ιδιαιτερότητες. Η αποκαλούμενη ως “τρίτη ηλικία” είναι μία από αυτές.
Σύμφωνα με τις προβλέψεις του ΟΗΕ, έως το 2050 το ένα τρίτο σχεδόν του πληθυσμού (32,5%) θα είναι ηλικίας 65 ετών και άνω. Με δεδομένο ότι οι περισσότερες χώρες της Δύσης αντιμετωπίζουν ήδη φαινόμενα πληθυσμιακής γήρανσης, οι αρχιτέκτονες αναπόφευκτα θα έρθουν αντιμέτωποι με τις προκλήσεις μιας νέας πραγματικότητας. Οι προκλήσεις αυτές δεν σχετίζονται μόνο με τον αυξανόμενο αριθμό κτιρίων που αφορούν σε παροχές υγείας, περίθαλψης, φροντίδας ή και φιλοξενίας πολιτών τρίτης ηλικίας, αλλά και με τον ευρύτερο αναστοχασμό γύρω από τα μέχρι σήμερα δεδομένα στα οποία βασίζεται ο σχεδιασμός.
Η αντιμετώπιση των επιπτώσεων της σωματικής και διανοητικής φθοράς -ακόμη κι όταν αυτές δεν είναι δραματικές- απαιτούν διαφορετικών προδιαγραφών χώρους από αυτούς που σχεδιάζουμε για υγιείς νέους ανθρώπους. Η εξασφάλιση της εύκολης προσβασιμότητας, η μέριμνα για την ενδυνάμωση της ψυχικής και σωματικής ευεξίας και η οργάνωση προϋποθέσεων κοινωνικής συνεύρεσης αποτελούν τις ελάχιστες κατευθύνσεις σχεδιασμού κατοικιών, δημόσιων χώρων και κοινοτήτων, για την διασφάλισης μιας αξιοπρεπούς ποιότητας ζωής των ηλικιωμένων. Στο πλαίσιο αυτό δραστηριοποιούνται ήδη σημαντικά αρχιτεκτονικά γραφεία διεθνώς, είτε με νέα έργα, είτε επεμβαίνοντας σε υφιστάμενα, με ιδιαίτερα ενδιαφέροντα αποτελέσματα.
Στην εποχή μας, που η πρόνοια ασφαλούς προσβασιμότητας σε κτίρια και δημόσιους χώρους “ατόμων με ειδικές ανάγκες” (ΑμΕΑ) είναι νομοθετημένη, έχει σημασία να υπενθυμίζουμε ότι ο σεβασμός στις ανάγκες τους αποτελεί πρωτίστως δείγμα πολιτισμού. Ο βαθμός στον οποίο ο πολιτισμός μας θα ανταποκριθεί σε ανάλογες ή και απρόβλεπτες “ειδικές” απαιτήσεις για την εξυπηρέτηση της τρίτης ηλικίας μένει να αποδειχτεί. Όπως και ο βαθμός που οι ανάγκες αυτές θα διαμορφώσουν το μέλλον και την φυσιογνωμία του κτισμένου περιβάλλοντος ανά τον κόσμο.
Αριάδνη Βοζάνη