Σε μια δυτική πλαγιά της Άνδρου, τρεις υπόσκαφες κατοικίες βυθίζονται στο έδαφος, οδηγώντας από μια σκιασμένη κάθοδο στην ανοιχτή θέα του Αιγαίου.
Σε μια δυτική πλαγιά της Άνδρου, τρεις υπόσκαφες κατοικίες των MARI GOGA Architecture εγγράφονται διακριτικά στο φυσικό ανάγλυφο. Από ψηλά, η παρουσία τους γίνεται αντιληπτή μόνο μέσα από ορισμένα ίχνη: τους όγκους των ανελκυστήρων, τις καθοδικές κλίμακες των εισόδων και τους γραμμικούς φωταγωγούς, που εμφανίζονται ως λεπτές σχισμές στο έδαφος.
Η σύνθεση ακολουθεί το επίμηκες σχήμα του οικοπέδου και τη φυσική υψομετρική διαφορά της πλαγιάς. Έτσι, οι τρεις κατοικίες τοποθετούνται διαδοχικά στο έδαφος. Η πρώτη και μεγαλύτερη περιλαμβάνει τον κύριο όγκο και έναν ανεξάρτητο ξενώνα, ενώ η τρίτη βρίσκεται στο χαμηλότερο σημείο του οικοπέδου και λειτουργεί αυτόνομα.

Κάθοδος από τη σκιά στο φως
Η πρόσβαση σε κάθε κατοικία γίνεται από την πίσω πλευρά, μέσω καθοδικών κλιμάκων ή ανελκυστήρων. Τοιχία εμφανούς σκυροδέματος πλαισιώνουν τη διαδρομή και εντείνουν την αίσθηση της σταδιακής κατάβασης στη γη.
Στο τέλος της πορείας, η χωρική εμπειρία αντιστρέφεται. Μεγάλα ανοίγματα στις δυτικές όψεις αποκαλύπτουν τον ουρανό και το Αιγαίο, δημιουργώντας την αίσθηση ότι οι χώροι αιωρούνται ψηλά πάνω από τη θάλασσα.


Η ακολουθία αυτή διαμορφώνει τον διττό χαρακτήρα του έργου. Από τη μία πλευρά, οι κατοικίες παραπέμπουν στην προστατευμένη συνθήκη ενός σπηλαίου. Από την άλλη, η πανοραμική τους θέση θυμίζει την υπερυψωμένη θέα μιας αετοφωλιάς.
Στο εσωτερικό, οι κοινόχρηστοι χώροι αναπτύσσονται σε ανοιχτές κατόψεις, ενισχύοντας τη γραμμικότητα και τη συνέχεια της κίνησης. Ένας επιμήκης διάδρομος οδηγεί προς τα υπνοδωμάτια, τα οποία ανοίγονται προς τη δύση και καδράρουν τον ορίζοντα.

Φιλτράροντας το δυτικό φως
Κατά μήκος των δυτικών όψεων εκτείνονται προστατευμένοι, γραμμικοί ημιυπαίθριοι χώροι. Διάτρητα πανέλα από bamboo φιλτράρουν το έντονο απογευματινό φως και ταυτόχρονα περιορίζουν την ένταση του ανέμου πριν αυτός φτάσει στο εσωτερικό.
Η θέση τους μεταβάλλεται ανάλογα με την πορεία του ήλιου και τις ανάγκες των κατοίκων. Έτσι, οι όψεις δεν παραμένουν στατικές. Αντίθετα, το φως, η σκιά και η διαφάνεια μεταβάλλονται συνεχώς κατά τη διάρκεια της ημέρας.
Οι γραμμικοί φωταγωγοί διαμορφώνονται ως εσωτερικές αυλές και μεταφέρουν φυσικό φως και αερισμό βαθιά στους υπόσκαφους χώρους. Το κατακόρυφο ύψος τους ενισχύει τη σύνδεση ανάμεσα στο εσωτερικό, το τοπίο και το μεταβαλλόμενο φυσικό φως.


Υλικότητα και συνέχεια του τοπίου
Η επιλογή των υλικών ενισχύει τη σχέση με το έδαφος. Το εμφανές σκυρόδεμα και η τοπική πέτρα τονίζουν το βάρος και τον υπόσκαφο χαρακτήρα της αρχιτεκτονικής. Αντίθετα, τα ξύλινα στοιχεία και τα πανέλα από bamboo προσθέτουν θερμότερες υφές και γήινες αποχρώσεις.
Ο περιβάλλων χώρος ακολουθεί τη φυσική κλίση του οικοπέδου. Η τοπική βλάστηση καλύπτει σταδιακά τα βατά δώματα και τα κενά ανάμεσα στις κατοικίες. Με αυτόν τον τρόπο, το διαταραγμένο έδαφος αποκαθίσταται και η αρχιτεκτονική επανεντάσσεται προοδευτικά στο κυκλαδίτικο τοπίο.

Το έργο νοείται τελικά ως ένα «πέρασμα», τόσο κυριολεκτικά όσο και βιωματικά: μια ελεγχόμενη κάθοδος στη γη, που καταλήγει ξανά στο φως, στην ανοιχτότητα και στον ορίζοντα.





