Πυρήνας καθημερινότητας
Στην καρδιά του οικισμού των Πολλωνίων στη Μήλο, ένα πολυγωνικό οικόπεδο μετασχηματίζεται σε έναν σύνθετο χωρικό οργανισμό, όπου η έννοια της αυλής επανερμηνεύεται ως πυρήνας της καθημερινότητας. Η πρόταση ανασυνθέτει την ατμόσφαιρα του κυκλαδίτικου οικισμού μέσα από μια σύγχρονη αρχιτεκτονική γλώσσα, δημιουργώντας ένα περιβάλλον που ισορροπεί ανάμεσα στην ιδιωτικότητα και τη συλλογικότητα.
Φιλοσοφία σχεδιασμού
Η κάτοψη αναπτύσσεται περιμετρικά του οικοπέδου, με αυτόνομα δωμάτια των οποίων οι όγκοι τοποθετούνται κατά μήκος του ορίου. Στο εσωτερικό, διαμορφώνεται ένα πλέγμα αυλών και διαδρομών, συγκροτώντας μια αλληλουχία υπαίθριων και ημιυπαίθριων χώρων. Ο επισκέπτης καλείται να περιηγηθεί σε αυτό το σύστημα, να ανακαλύψει κρυφές γωνιές και εσωτερικούς κήπους, και να επιλέξει ανάμεσα σε στιγμές απομόνωσης ή συνεύρεσης.
Η αρχιτεκτονική εμπειρία οργανώνεται ως μια διαδοχή χωρικών εναλλαγών, όπου η κίνηση λειτουργεί ως βασικό εργαλείο κατανόησης του έργου. Οι διαδρομές δεν είναι γραμμικές, αλλά αποκαλύπτουν σταδιακά το σύνολο, ενισχύοντας την αίσθηση του “χωριού” σε μικροκλίμακα.

Υλικότητα και αρχιτεκτονική γλώσσα
Οι όγκοι αναπτύσσονται σε δύο επίπεδα, συγκροτώντας μια καθαρή διττή υλικότητα. Η βάση από εμφανή πέτρα εδράζει το σύνολο στο έδαφος, ενώ ο λευκός ανώτερος όροφος φαίνεται να αιωρείται ελαφρά πάνω από αυτήν, διαχωριζόμενος μέσω μιας λεπτής σκοτίας. Η αντίθεση αυτή ενισχύει την πλαστικότητα της σύνθεσης και αναδεικνύει τη σχέση βαρύτητας και ελαφρότητας.
Η αρχιτεκτονική γλώσσα των προεξοχών, των γωνιών και των ανοιγμάτων διαμορφώνει ένα δυναμικό παιχνίδι φωτός και σκιάς, το οποίο μεταβάλλεται καθ’ όλη τη διάρκεια της ημέρας. Το φως λειτουργεί ως ενεργό στοιχείο της σύνθεσης, αποκαλύπτοντας την υλικότητα και εντείνοντας τη χωρική εμπειρία.
Παράλληλα, εισάγεται ένα τρίτο επίπεδο υλικότητας μέσω μεταλλικών στοιχείων. Οι πέργκολες και τα κατακόρυφα στοιχεία από corten οριοθετούν τους επιμέρους κήπους, φιλτράρουν το φως και δημιουργούν ενδιάμεσες ζώνες ιδιωτικότητας.

Χωρική οργάνωση
Οι έξι σουίτες, με εσωτερικά διπλού ύψους, οργανώνονται ως λιτοί και φωτεινοί χώροι φιλοξενίας. Η αρχιτεκτονική αποφεύγει την περιττή διακόσμηση, επιτρέποντας στις αντιθέσεις υλικών και φωτός να διαμορφώσουν την ατμόσφαιρα.
Η αυλή, ως βασικό στοιχείο της κυκλαδίτικης τυπολογίας, επανέρχεται ως χώρος συνάντησης και κοινωνικής αλληλεπίδρασης. Προστατευμένη από τον άνεμο, λειτουργεί ως ένας εσωτερικός κήπος όπου οι φιλοξενούμενοι συγκροτούν μια προσωρινή κοινότητα. Η αρχιτεκτονική, μέσα από αυτή τη χειρονομία, δημιουργεί τις προϋποθέσεις για κοινές εμπειρίες, συνομιλία και μοίρασμα.
Το έργο συνιστά μια σύγχρονη ανάγνωση του παραδοσιακού οικισμού, όπου ο σεβασμός στον τόπο συνδυάζεται με τη δημιουργία νέων μορφών κατοίκησης. Πρόκειται για ένα περιβάλλον που ισορροπεί ανάμεσα στην ατομικότητα και τη συλλογικότητα, προσφέροντας ένα καταφύγιο απλότητας και αυθεντικότητας στο τοπίο της Μήλου.






