Τομή στο τοπίο
Η αρχιτεκτονική πρόταση για ένα οινοποιείο στην Αιδηψό της Εύβοιας ξεκινά από το ερώτημα της ένταξης ενός κτιρίου σημαντικής κλίμακας στο τοπίο. Δεδομένης της επιφάνειας που απαιτούν οι χώροι παραγωγής, το οινοποιείο ενσωματώνεται στην πλαγιά, αφομοιώνεται από το έδαφος και γίνεται μέρος του αμπελώνα, αποκτώντας έναν ηθελημένα χθόνιο χαρακτήρα.
Η υπόσκαφη λύση δεν αποτελεί μόνο συνθετική επιλογή. Οι σταθερές θερμοκρασίες και τα ελεγχόμενα επίπεδα υγρασίας του υπεδάφους εξασφαλίζουν κατάλληλες συνθήκες για την ωρίμανση και την παλαίωση του κρασιού, εντάσσοντας τη σχέση του κτιρίου με τη γη στην ίδια τη διαδικασία της παραγωγής.

Μια γραμμή και ένας κύκλος
Στην επιφάνεια του εδάφους, η αρχιτεκτονική παρέμβαση περιορίζεται σε δύο ίχνη: μια γραμμή και έναν κύκλο.
Το γραμμικό κτίριο παραγωγής κρύβεται πίσω από το κεκλιμένο τοιχίο της μοναδικής ορατής όψης. Αντίθετα, ο κύκλος διαμορφώνει μια κεντρική υπαίθρια πλατεία με ανεμπόδιστη εποπτεία του αμπελώνα. Σχεδιασμένη ως κρατήρας, διακόπτει τις επαναλαμβανόμενες παράλληλες γραμμές της καλλιέργειας και γίνεται το κύριο σημείο αναφοράς της σύνθεσης.
Ενώ το κτίριο ακολουθεί τον ρυθμό των αυλακώσεων του καλλιεργημένου εδάφους, ο κύκλος λειτουργεί ως μια καθαρή γεωμετρική τομή. Η αρχετυπική μορφή του διαρρηγνύει συνειδητά τη συνέχεια του αμπελώνα, εγκαινιάζοντας έναν διάλογο ανάμεσα στην αρχιτεκτονική και το τοπίο.
Κατάβαση στη διαδικασία της οινοποίησης
Η πορεία του επισκέπτη ξεκινά ανάμεσα στις σειρές των αμπελιών. Με οδηγό τη γεωμετρική στοίχιση των κλημάτων, μια διακριτική χαρακιά στο τοπίο αποκαλύπτει σταδιακά την παρουσία του κτιρίου ως ενός υπόσκαφου καταφυγίου.
Η επιμήκης είσοδος μετατρέπεται σε εσωτερική διαδρομή που ακολουθεί την πορεία παραγωγής του ίδιου του κρασιού. Μετά τον χώρο υποδοχής, μια μεγάλη κυκλική σκάλα οδηγεί στην κύρια στάθμη του οινοποιείου, όπου ο επισκέπτης κινείται ανάμεσα στα βαρέλια της σκοτεινής αίθουσας παλαίωσης, στους χώρους παραγωγής, στη διάφανη αίθουσα ζύμωσης με τις ψηλές δεξαμενές από ανοξείδωτο χάλυβα και στις εγκαταστάσεις εμφιάλωσης και αποθήκευσης.
Η δροσιά του υπεδάφους, η υγρασία, η σιωπή και η έντονη μυρωδιά του μούστου ενισχύουν την εμπειρία της κατάβασης. Η αρχιτεκτονική και η παραγωγική διαδικασία γίνονται αντιληπτές ταυτόχρονα, μετατρέποντας την κίνηση μέσα στο κτίριο σε μια σταδιακή εισαγωγή στην οινοποίηση.

Από το σκοτάδι ξανά στο φως
Η πορεία συνεχίζεται σε μια σχεδόν μυστικιστική αίθουσα οινογνωσίας. Η θολωτή πλάκα της οροφής, οι κεκλιμένοι τοίχοι και ο έμμεσος φυσικός φωτισμός δημιουργούν ένα σπηλαιώδες ησυχαστήριο, απομονωμένο από τους ήχους του περιβάλλοντος. Μοναδική διατάραξη της σιωπής αποτελούν τα χαλίκια του δαπέδου, που αντιλαλούν σε κάθε βήμα.
Η εμπειρία κορυφώνεται στο άνοιγμα του κυκλικού κρατήρα. Σε αυτό το σημείο ο επισκέπτης συναντά ξανά το φως και το βλέμμα επιστρέφει στον αμπελώνα —την αφετηρία του κρασιού και το τοπίο από το οποίο αναδύεται το ίδιο το κτίριο.
Η κυκλική πλατεία γίνεται τόπος στάσης και παρατήρησης, ολοκληρώνοντας μια πορεία κατάβασης στη γη και επανόδου στο φως. Με αυτόν τον τρόπο, η αρχιτεκτονική εμπειρία παραλληλίζεται με την ίδια τη διαδικασία μεταμόρφωσης του κρασιού.
Το έργο είχε την πρώτη έντυπη δημοσίευση στο ek magazine 299 | Ιούλιος-Αύγουστος 2025.





