(ΕΓ)ΓΡΑΦΕΣ ΚΑΙ ΑΡΧΙΤΕΚΤΟΝΙΚΗ
Σε λίγες εβδομάδες εγκαινιάζεται το κέντρο πολιτισμού του Ιδρύματος Μπαράκ Ομπάμα, που περιλαμβάνει βιβλιοθήκη, μουσείο, χώρους εκπαιδευτικών και αθλητικών λειτουργιών, καθώς και υπαίθριους χώρους με τοπιακές διαμορφώσεις σε γειτνίαση με το Πανεπιστήμιο του Σικάγο. Για τον σχεδιασμό του, μεταξύ 140 (!) αρχιτεκτονικών γραφείων επιλέχθηκαν επτά (Diller Scofidio + Renfro, Renzo Piano, Snøhetta και άλλα), με το έργο να ανατίθεται τελικά στα γραφεία Tod Williams Billie Tsien Architects και Interactive Design Architects.
Στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος το τελευταίο διάστημα βρίσκεται το κτίριο Obama Tower, που δεσπόζει στο συγκρότημα με το ύψος και τη μορφή του. Πρόκειται για έναν πρισματικό όγκο με επένδυση από γρανίτη, τμήμα της επιφάνειας του οποίου “φέρει” απόσπασμα ομιλίας του πρώην προέδρου που συμπυκνώνεται στις φράσεις: “The single most powerful word in our democracy is the word ‘we’. ‘We The People’. ‘We Shall Overcome’. ‘Yes We Can.’” Η απαίτηση του πρώην προέδρου η αρχιτεκτονική να ενσωματώνει τον λόγο, το κείμενο δηλαδή να αποτελεί συνθετικό στοιχείο των όψεων και όχι πρόσθετο και εν δυνάμει αφαιρετό στοιχείο, σχολιάζεται ήδη ποικιλοτρόπως. Σε ελληνική παραδοσιακή εφημερίδα, έγκριτος αρθρογράφος στηλιτεύει ως ματαιόδοξη μια επιλογή που αποκαλύπτει την ανάγκη του Ομπάμα να παραμείνει ο λόγος του “χαραγμένος στην πέτρα”, ορατός από απόσταση “στους αιώνες” ως μνημείο της σκέψης του, δηλαδή του εαυτού του.
Πριν την ανακάλυψη της τυπογραφίας η αρχιτεκτονική (μετ)έφερε μέσω του γλυπτικού κυρίως διακόσμου της, αφηγήσεις και νόημα, με τα κτίρια να αποτελούν τα πρώτα “βιβλία της ανθρωπότητας”. Είναι πασίγνωστη -τουλάχιστον στους ιστορικούς και θεωρητικούς της αρχιτεκτονικής- η περίφημη φράση από την Παναγία των Παρισίων του Βίκτωρα Ουγκώ: “Ceci tuera cela”, δηλαδή το έντυπο βιβλίο θα σκοτώσει την αρχιτεκτονική.
Σήμερα θεωρείται ίσως αυτονόητο ότι η αρχιτεκτονική φέρει ούτως ή άλλως νόημα με τα δικά της μέσα. Δεν αποτελεί πλέον το όχημα για την διάσωση και διάχυση της πληροφορίας, για την επικοινωνία της όποιας “κυριολεκτικής” αφήγησης. Όμως, σε μια εποχή που η ανάγνωση βιβλίων φθίνει ραγδαία -ιδιαίτερα στις νέες γενιές- το παραπάνω παράδειγμα επαναφέρει την συζήτηση σχετικά με την επικοινωνιακή δύναμη της δημόσιας αρχιτεκτονικής και την αξιοποίησή της ως “αρχείου” και φορέα ιδεολογίας που απευθύνεται στο σύνολο της κοινωνίας.
Αριάδνη Βοζάνη